Επιλογή Σελίδας

Η Ελλάδα και η προϊστορική αρχαιολογία χρωστά στον Carl Blegen όχι μόνο ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα μυκηναϊκά μνημεία στην Ελλάδα, αλλά και εκατοντάδες πινακίδες Γραμμικής Β. Από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1960, οι ανακαλύψεις του αρχαιολόγου Carl William Blegen έγιναν πρωτοσέλιδα σε όλο τον κόσμο. Οι ανακαλύψεις του Blegen στην Τροία και το Ανάκτορο του Νέστορα στην Πύλο παραμένουν δύο από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 20ού αιώνα στον χώρο της ελληνικής προϊστορίας. Ηγήθηκε επτά ετήσιων αποστολών στην Τροία, ξεκινώντας το 1932. Το 1939, ο Blegen ανακάλυψε το Ανάκτορο της Εποχής του Χαλκού του Νέστορα, ένα από τα αρχαιότερα βασίλεια της Ευρώπης, στην κοντινή Πύλο. Το ανάκτορο ήταν το κέντρο του Μυκηναϊκού Βασιλείου στη Μεσσηνία.

Ο Αμερικανός φιλέλληνας Carl Blegen (1887 – 1971), από τους σημαντικότερους αρχαιολόγους, καθηγητής Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Σινσινάτι, συνδέθηκε με πολλούς τρόπους με την Ελλάδα. Κυρίως είναι γνωστός για τις ανασκαφές του στην Τροία και την Πύλο. Η ζωή του, πολυποίκιλη και συναρπαστική σαν σενάριο κινηματογραφικής ταινίας, ανάμεσα σε πολέμους, σπουδές, ανασκαφικές έρευνες, μελέτες, αρχαιολογική σταδιοδρομία, επιτυχίες, δυσκολίες.

Γεννήθηκε το 1887 και εκπαιδεύτηκε στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα και στο Γέιλ, ο Μπλέγκεν εντάχθηκε στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι το 1927 ως καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας.

Το πορτρέτο του Blegen δεσπόζει στην υποδοχή της «βιβλιοθήκης Blegen» του UC, που πήρε το όνομά του από το 1983. Τα σκούρα μαλλιά του είναι ανακατεμένα, μια πίπα σφίγγεται στο κλειστό στόμα του και ένα ακλόνητο βλέμμα μένει σταθερό στην κάμερα. Μόνο το ένα χέρι - το δεξί - έχει γάντι, το οποίο τονίζει ένα ελάχιστα γνωστό γεγονός που αποκαλύπτεται στο βιβλίο. Μεγαλωμένος στη Μινεσότα, γιος αυστηρών λουθηρανικών ιεραποστόλων, Νορβηγών μεταναστών, ο Blegen έχασε μέρος του δεξιού του χεριού σε ένα ατύχημα κυνηγιού όταν ήταν 15 ετών. Το γάντι κάλυπτε τη βλάβη. «Έπρεπε να διδάξει τον εαυτό του να γράφει με το αριστερό του χέρι, οπότε το χειρόγραφό του ήταν πολύ απαίσιο», λέει ο Ντέιβις.

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Carl W. Blegen: Personal & Archaeological Narratives», (επ.) Natalia Vogeikoff-Brogan, Jack Davis & VasilikiFlorou, 2015.

Αλλά η προσωπική πλευρά του Blegen αποκαλύπτεται δημοσίως για πρώτη φορά στη βιογραφία του Carl W. Blegen: Personal & Archaeological Narratives, της Natalia Vogeikoff-Brogan, του Jack Davis και της Βασιλικής Φλώρου. Πρόκειται για την πρώτη βιογραφία του ερευνητή, στην ουσία μια αποκάλυψη του χαρακτήρα και της προσωπικής ζωής του Blegen, την οποία ο ίδιος κρατούσε όσο ζούσε μακριά από κάμερες και δημοσιογράφους. Οι συγγραφείς αντλούν από τα αρχεία του Πανεπιστημίου Σινσινάτι και την Ελλάδα σε μια προσπάθεια να αποκαλύψουν τον χαρακτήρα, τον πατριωτισμό και τον ασυνήθιστο τρόπο ζωής του διάσημου αμερικανικού αρχαιολόγου.

Το 1908 ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα για σπουδές με υποτροφία του Πανεπιστημίου της Μινεσότα, ως μέλος της Αμερικανικής Σχολής, με την επιθυμία να συνεχίσει τις κλασικές σπουδές του στον ελληνικό χώρο και να εμπνευστεί από την απευθείας επαφή με τις αρχαιότητες, κι έζησε τελικά εδώ για περισσότερα από 60 χρόνια. Η Ελίζαμπεθ Πιρς έφτασε στην Ελλάδα το 1922 με σκοπό να μελετήσει από κοντά τις αρχαιότητες για τη διδασκαλία της. Παντρεύτηκαν δύο χρόνια αργότερα, το 1924, επιλέγοντας ως τόπο μόνιμης κατοικίας τους το σπίτι στην οδό Πλουτάρχου 9, που μοιράζονταν από κοινού με το, επίσης, ζεύγος αρχαιολόγων, Μπερτ και Ίντα Χιλ.

Από το 1932 έως το 1938 συνέχισε τις ανασκαφές του Σλήμαν στην Τροία. Η ανασκαφή στο Ανάκτορο του Νέστορα, στον Επάνω Εγκλιανό, σε απόσταση 14 χλμ. από την Πύλο, ήταν το μεγάλο του όνειρο. Ο Ερρίκος Σλήμαν είχε κάνει έρευνες το 1888, αλλά δεν είχε καταφέρει να βρει το παλάτι του Νέστορα. Ο Blegen επέστρεψε στο ίδιο σημείο και συνέχισε συστηματικά την αρχαιολογική ανασκαφή από το 1952 έως το 1969, αποκαλύπτοντας όχι μόνο το καλύτερα διατηρημένο μυκηναϊκό ανάκτορο στην Ελλάδα, αλλά και εκατοντάδες πινακίδες Γραμμικής Β και μοναδικές τοιχογραφίες. Ήδη το 1912 και το 1926 ο Κουρουνιώτης είχε ανακαλύψει δύο θολωτούς τάφους, που ο Blegen θεώρησε ότι ήταν βασιλικοί. Το Ανάκτορο το ανακάλυψε το 1939 ο Κουρουνιώτης μαζί με τον Blegen, που συνέχισε και ολοκλήρωσε την έρευνα. Επί δέκα ημέρες έκαναν ανασκαφές σε 8 τοποθεσίες στις οποίες βρέθηκαν μυκηναϊκά αγγεία. Στις 4 Απριλίου είχαν βρει ήδη τμήματα από τοιχογραφίες, 5 πινακίδες με Γραμμική Β και τοίχο πάχους ενός μέτρου και αυτό το στάδιο των ανασκαφών συνεχίστηκε μέχρι τις 10 Μαΐου, αποκαλύπτοντας μεγάλο τμήμα του παλατιού.

Οι ανασκαφές διακόπηκαν λόγω πολέμου. Εκείνο το οποίο δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό είναι η «κατασκοπευτική» δράση των Αμερικανών αρχαιολόγων κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής στην Ελλάδα, όπως γράφει η Σούζαν Χιουκ Άλεν στο βιβλίο της «Classical Spies. American archaeologiest with the OSS in World War Greece», και ανάμεσα στα ονόματα που παραθέτει είναι κι αυτό του Carl Blegen. Ο Ντέιβις λέει ότι ο Blegen συνεργάστηκε επίσης με το Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών, μια μονάδα που τελικά εξελίχθηκε στον Κεντρικό Οργανισμό Πληροφοριών. Η υπηρεσία του με το OSS περιελάμβανε συλλογή πληροφοριών διαβάζοντας εφημερίδες και αλληλογραφία. Επίσης από τα λιγότερο γνωστά γεγονότα σχετικά με τον αρχαιολόγο ήταν η αφοσίωσή του στην ανοικοδόμηση της Βόρειας Ελλάδας μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Blegen ήταν πολύ ενεργός με τον Ερυθρό Σταυρό. «Έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στην εφαρμογή του Σχεδίου Μάρσαλ μετά τον Β 'Παγκόσμιο Πόλεμο και στην ανοικοδόμηση της Ελλάδας», λέει ο Davis.

Carl William Blegen

Τα μέσα της δεκαετίας του '60, και ενώ ο Blegen ανέσκαπτε το Ανάκτορο του Νέστορα, ήταν χρόνια πλούσια από αρχαιολογικής άποψης διεθνώς, με τα κυριότερα νέα βέβαια να αφορούν τις μινωικές και τις μυκηναϊκές ανακαλύψεις, τα υφάσματα Pazyryk και η ανακάλυψη του Ναού του Μίθρα στο Λονδίνο. Αλλά άλλες αναφορές σχετίζονταν με την επανάληψη της εργασίας στη Ram Shamra (Ugarit) στη Συρία, την ανακοίνωση της εύρεσης της άθικτης ταφικής λέμβου του Χέοπα, δίπλα στη Μεγάλη Πυραμίδα, καθώς και οι ανασκαφές στη νεκρόπολη της Ελευσίνας, με μυκηναϊκούς και μεταγενέστερους τάφους και την εύρεση ενός τεράστιου πρωτο-αττικού αγγείου.

Το συγκρότημα του Ανακτόρου του Νέστορα αποτελείται από τέσσερα βασικά κτήρια, τα οποία έχουν δεκάδες διαμερίσματα. Μετά την ανακάλυψη της αίθουσας του θρόνου, ο Μπλέγκεν το ονόμασε Ανάκτορο του Νέστορος. Γράφει ο ίδιος σε μια ανακοίνωσή του, στις 16 Ιανουαρίου 1954:

«Το έργο στο χώρο, το οποίο κατέστη δυνατό μέσω της γενναιόδωρης οικονομικής υποστήριξης του καθηγητή και της κυρίας W. T. Semple, έχει ήδη αποκαλύψει σε δύο εκστρατείες μια σημαντική περιοχή στα κεντρικά και νοτιοδυτικά μέρη του κτιρίου […]. Το κύριο διαμέρισμα, ή το μέγαρο, που ακολουθεί το χαρακτηριστικό ηπειρωτικό ή μυκηναϊκό σχέδιο, περιλαμβάνει τέσσερα στοιχεία: μια στενή αυλή στην οποία βλέπει η δομή, ένα πρόπυλο εισόδου με δύο κίονες στην πρόσοψη, πίσω από το τελευταίο έναν προθάλαμο, και, τέλος, μια μεγάλη αίθουσα ή αίθουσα θρόνου. […]

Οι ανασκαφές του Blegen στο ανάκτορο τη δεκαετία του 1950 και του '60 αποκάλυψαν περισσότερα από 1.000 πήλινες πινακίδες που περιέχουν τα παλαιότερα αρχεία που ανακαλύφθηκαν στην Ευρώπη εκείνη την εποχή. Ο ίδιος σημειώνει τα ακόλουθα:

«Όλοι συνεχίζουν να γράφουν σχετικά με αυτό που ονομάστηκε από τον Sir Arthur Evans ως Μινωική Γραμμική B γραφή. […]. Το κείμενο δεν έχει ακόμη διαβαστεί και κατανοηθεί, αλλά πρόσφατες έρευνες έχουν καταστήσει πιθανό ότι η γλώσσα είναι μια πρώιμη μορφή της ελληνικής», εννοώντας τις έρευνες των Ventris – Chadwick.

Μέσα από το Το βιβλίο Carl W. Blegen: Personal & Archaeological Narratives αποκαλύπτονται επίσης διαφορετικές περιγραφές του χαρακτήρα του Blegen, που κυμαίνονται από έναν ευαίσθητο έως μάλλον τυραννικό άνθρωπο όταν βρισκόταν με τους συνεργάτες του. «Ένα πρόσωπο που είχε εργαστεί με τη σύζυγό του μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο ανέφερε πόσο τρυφερός ήταν μαζί της», λέει ο Davis.

«Νομίζω ότι το σημείο που προσπαθούμε να κάνουμε με το βιβλίο είναι ότι είναι δύσκολο να κατανοήσουμε την πορεία της συμβολής των επιστημόνων στην επιστήμη χωρίς να κατανοήσουμε τους κοινωνικούς και πολιτικούς τομείς στους οποίους είναι ενσωματωμένος αυτός ο επιστήμονας», λέει ο Davis. «Αυτό μπορεί να είναι ακόμη πιο αληθινό για τους αρχαιολόγους, επειδή περνούν τόσο μεγάλο μέρος της ζωής τους σε ξένες χώρες. Αυτό δίνει πραγματικά στους αρχαιολόγους την επιλογή να απομονωθούν σε μια ξένη χώρα ή να ενσωματωθούν σε μια ξένη χώρα, και για κάποιον όπως ο Blegen που έκανε την επιλογή να ενσωματωθεί και να γίνει μέρος της Ελλάδας, νομίζω ότι ήταν πολύ επιτυχημένος. Έκανε σημαντικές συνεισφορές τόσο στην Ελλάδα όσο και στις ΗΠΑ και στην αρχαιολογία».

 

«Ο Blegen βρήκε το ανάκτορο και ώθησε την ιστορία της ελληνικής γλώσσας πίσω 1.000 χρόνια, και το UC είναι ακόμα εκεί», λέει ο Davis. «Το Σινσινάτι είναι εκεί από το 1939 και το Σινσινάτι είναι ένα από τα πιο διάσημα ονόματα της ελληνικής αρχαιολογίας». Ο Blegen ήταν ο αποδέκτης του πρώτου χρυσού μεταλλίου για διακεκριμένο αρχαιολογικό επίτευγμα που απονεμήθηκε από το Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Αμερικής το 1965. Η τιμή τον έκανε επίσης τον πρώτο Αμερικανό που αναγνωρίστηκε από το ινστιτούτο για τις συνεισφορές του.

Ο Blegen πέθανε το 1971 σε ηλικία 84 ετών.

Επιμέλεια:
Δημήτρης Γαρουφαλής
Διευθυντής Σύνταξης, Αρχαιολόγος

Πηγές:

  • Natalia Vogeikoff-Brogan, Jack Davis, Vasiliki Florou (ed.), Carl W. Blegen: Personal & Archaeological Narratives, 2015.
  • https://magazine.uc.edu
  • E. Bacon (ed.), The Great Archaeologists, 1971.
  • Τουλάτου Ίσμα Μ, Ο Αμερικανός που «άλλαξε» την ελληνική ιστορία, ΤΟ ΒΗΜΑ, 10-8-2018.

 

Ο Carl Blegen, με την αρχαιολόγο Marion Rawson, επιβαίνοντας στο Land Rover στην Πύλο, τον Ιούλιο του 1961 (φωτ. UC Classics).